Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Πολιτισμός, ἡ βαρειὰ βιομηχανία τοῦ Ἔθνους…

Πριν από αρκετά χρόνια, ίσως και δέκα, σε ένα παλιό αφιέρωμα της ΕΣΤΙΑΣ για το Άγιον Όρος που έπεσε στα χέρια μου, διάβασα ένα πολύ όμορφο κείμενο του Φώτη Κόντογλου. Μιλούσε για την ολιγοήμερη παραμονή του σε μια καλύβα ψαράδων μοναχών στην Έρημο του Όρους, κάπου κοντά στα Καυσοκαλύβια. Και με την συγκίνηση του ανθρώπου που λιγότερο παρατηρεί και μελετά και περισσότερο μετέχει, εικονογραφούσε με ενάργεια έναν τρόπο ζωής, ένα αρχαίο, ορθόδοξο και ελληνικό βίωμα που πλέον έχει χαθεί για πάντα. Έγραφε ο Κόντογλου:
«… Είχε έρθει μια μέρα στα Καψοκαλύβια ένας καλόγερος από κάποιο ψαραδόσπιτο που ήταν ανάμεσα στον κάβο Σμέρνα και στα Καψοκαλύβια, και τον φιλοξένησε ο πάτερ Ισίδωρος και γνωρισθήκαμε. Τον έλεγαν Νείλο, κ΄ ήταν Μυτιληνιός. Φεύγοντας με προσκάλεσε να πάγω στο κελί του. Σε δύο τρεις ημέρες, πήγα. Στο Όρος βλέπει κάποιος πολλά ασυνήθιστα πράγματα και κτίρια, πλην το κελί του πατέρα Νείλου ήταν από τα πιο παράξενα. Σε αυτό το μέρος κατέβαιναν δύο ραχοκοκαλιές από βράχια κι έκαναν δύο κάβους που τραβούσαν βαθειά στην θάλασσα, ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τόσο, που έλεγες πως το νερό που βρισκόταν ανάμεσα τους ήταν ποτάμι κι όχι θάλασσα. Εκεί που έσμιγε ο ένας κάβος με τον άλλον, σηκώνονταν δυό ράχες από βράχια κι ήταν τόσο κοντά, που σκοτείνιαζε εκείνο το μέρος, ας έλαμπε ο ήλιος το καλοκαίρι. Σ΄ αυτό το μέρος, μέσα σ΄ αυτή την τρύπα, ήτανε κτισμένος ο αρσανάς του πατέρα Νείλου. Τα νερά ήταν άπατα και σκοτεινά μέσα σε κείνο το κανάλι. Το σπίτι τόχαν κτισμένο λίγο παραπάνω από την θάλασσα, θεμελιωμένο στον βράχο, με χαγιάτια και με καμάρες, όπως συνηθίζεται στο Όρος από τα παληά χρόνια, με μαύρες πλάκες αντί για κεραμίδια. Λίγο παραπάνω ήταν κτισμένη η εκκλησιά, μικρή, με σκαλιστό τέμπλο και με όλα τα καθέκαστα. Αποπάνω κρεμόταν ένα βουνό δασωμένο και στην κορφή είχε έναν βράχο απότομο, μ΄ ένα σπήλαιο. Σ΄ αυτό το σπήλαιο ασκήτευε προ λίγα χρόνια ένας γέροντας που στάθηκε στα νιάτα του οπλαρχηγός στην Μακεδονία. Τώρα είχαν φωλιάσει όρνια μέσα στην σπηλιά και τάβλεπα που έπερναν βόλτες γύρω στην ράχη.
Ο Νείλος και η συνοδεία του είχαν δυό τράτες και δυό βάρκες. Ήτανε επτά – οκτώ νοματέοι, πέντε μεγάλοι και δυό τρία καλογέρια. Όλοι τους ήταν ηλιοκαμένοι, μαύροι σαν αραπάδες. Ο πάτερ Νείλος είχε απάνω του μια ησυχία και μιαν απλότητα που σε έκανε να τον αγαπήσεις και να τον σεβασθείς. Λιγόλογος, μα ολοένα ήταν χαμογελαστό το πρόσωπο του, με κάτι χείλια χονδρά σαν του αράπη, με μαύρα και πυκνά γένεια, που φύτρωναν κάτω από τα μάτια του και σκέπαζαν τα μάγουλά του. Με την σκούφια που φορούσε ήτανε ίδιος βαβυλώνιος. Ξυπόλητος, όπως δα ήταν όλοι τους, φορούσε απάνω ένα σκούρο πουκάμισο και κάτω ένα βρακί ανατολίτικο ίσαμε τα γόνατα. Τις ημέρες που κάθησα εκεί πέρα, ο Νείλος κ΄ ένας δόκιμος δεν πήγαιναν με την τράτα για να μου κρατήσουν συντροφιά. Ήτανε κ΄ ένας γέρος, πάτερ Αθανάσιος, που φύλαγε πάντα το σπίτι. Σαν γύριζαν από το ψάρεμα έβγαζαν τα ψάρια έξω και αφού διάλεγαν λίγα χονδρά για να φάμε, κι άλλα για πάστωμα, τα ψιλά τα έκαναν έναν σωρό και τα άφηναν να σιτέψουν για να τα  αλατίσουνε. Από τα χονδρά πάστωναν πολλούς ροφούς, νάχουν τον χειμώνα. Ψιλά, μαρίδα και σαρδέλλα, πάστωναν πολλά βαρέλια και τα έστελναν στην Σαλονίκη. Κάθοντανε σταυροπόδι γύρω στον σωρό και πάστωναν. Όλο το σπίτι μύριζε μια τέτοια ψαρίλα, που στην αρχή γύριζαν άνω κάτω τα στομάχια μου. Μα σιγά σιγά συνήθισα και δεν καταλάβαινα την ψαρίλα σχεδόν ολότελα. Συλλογιζόμουν κιόλας πως έτσι θα μύριζαν κι ο Χριστός κ΄ οι απόστολοι. Οι άνθρωποι κ΄ ότι έπιανες, όλα μύριζαν ψαρίλα. Ακόμα και μέσα στην εκκλησιά ένοιωθες αυτή την μυρουδιά.
Τις ώρες που έλειπαν οι άλλοι στο ψάρεμα, κουβεντιάζαμε με τον πάτερα Νείλο για θρησκευτικά και για τα ιστορικά του σπιτιού του, τι φουρτούνες πέρασαν, τι θεριόψαρα συνάντησαν, τι καΐκια βούλιαξαν από τότες που κάθησε σ΄ αυτό το μέρος κι άλλα λογιών λογιών. Άλλη φορά πάλι, εκεί που καλαφάτιζε μια βάρκα τραβηγμένη έξω, έψελνε με την γλυκειά φωνή του, κ΄ έκανε τον δεξιό ψάλτη κι εγώ τον αριστερόν. Λέγαμε τις Καταβασίες της Μεταμορφώσεως (γιατί ήταν εκείνες οι μέρες του Αυγούστου) «Χοροί Ισραήλ αήκμοις ποσί, πόντον ερυθρόν και υγρόν βυθόν διελάσαντες», τα Πασαπνοάρια με το δοξαστικό «Παρέλαβεν ο Χριστός τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην», κι ύστερα λέγαμε αργώς και μετά μέλους το Κοινωνικό «Εν τω φωτί της δόξης του προσώπου σου, Κύριε, πορευόμεθα εις τον αιώνα». Στο τέλος όμως ψέλναμε πάντα το «Ευλογητός ει Χριστέ ο Θεός ημών, ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς το πνεύμα το άγιον, και δι΄ αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι». Δεν μπορώ να παραστήσω το πόσο συγκινημένη ήταν η καρδιά μου σαν άκουγα να ψέλνει ο ψαράς ο πάτερ Νείλος, ξυπόλητος, με το κατραμωμένο βρακί, με τα φύκια κολλημένα επάνω στα γυμνά ποδάρια του, να ψέλνει με κείνη την αρχαία μελωδία και να λέγει στίχους Ιαμβικούς, και παραπέρα ν΄ αφρίζουν τα παμπάλαια ελληνικά κύματα κι ο αγέρας να βουΐζει πανηγυρικά απάνω στα θεόκτιστα βράχια και στα δένδρα!
Μα η πιο βαθειά κι η πιο παράξενη συγκίνηση μ΄ έπιανε την Κυριακή και τις άλλες γιορτινές ημέρες που λειτουργούσε ο πάτερ Νείλος ο ψαράς και γινόταν ιερέας του Υψίστου, αυτός που τον έβλεπα τις άλλες ημέρες ν΄ αλατίζει ψάρια, να καλαφατίζει βάρκες, να ματίζει σκοινιά, να γραντολογά καραβόπανα, να βολεύει άγκουρες, να μπαλώνει δίχτυα, μαζί με την συνοδεία του! Και στην λειτουργία γινόταν σαν πατριάρχης, με το επανωκαλύμμαυχο, με το χρυσό φελόνι, με τα επιμάνικα, με το επιγονάτιο, και δεόταν μυστικώς μπροστά στην αγία Τράπεζα «υπέρ των του λαού αγνοημάτων», «ως ενδυόμενος την της ιερατείας χάριν».
Ω! Τι εξαίσια και φρικτά μυστήρια έχει η ταπεινή ορθοδοξία μας! Μα η καρδιά μου δάκρυζε αληθινά από άγια χαρά κι από κατάνυξη, σαν έστρωναν για να φάμε και ευλογούσε την τράπεζα ο πάτερ Νείλος με τα θαλασσοψημένα δάχτυλα του, ενώ γύρω στέκονταν με σταυρωμένα χέρια εκείνοι οι απλοί ψαράδες, κουρασμένοι, θαλασσοδαρμένοι, ξεχασμένοι από τον κόσμο μέσα σε εκείνη την καταβόθρα. Κι έλεγε με την ταπεινή φωνή του ο πάτερ Νείλος «Χριστέ ο Θεός, ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν των δούλων σου, ότι άγιος ει πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων», ενώ μας απόσκιαζε η πλώρη του τρεχαντηριού κ΄ η αρμύρα ερχόταν από το βουερό το πέλαγο».
Αν και έχω περπατήσει πολλές φορές τα βράχια της περιοχής δεν μπόρεσα να ανασύρω από την μνήμη μου κάποια γνώριμη εικόνα. Δεν μπόρεσα να φαντασθώ σε πιο σημείο της ακτογραμμής θα μπορούσε να βρίσκεται ο αρσανάς της διηγήσεως. Άλλωστε οι νότιες ακτές της χερσονήσου είναι άγριες, απότομες και σχεδόν απροσπέλαστες και γιαυτό το μεγαλύτερο μέρος του μονοπατιού περνάει αρκετά ψηλά πάνω από την θάλασσα, τόσο, που να αφήνει στον πεζοπόρο ελεύθερη μόνο την θέα του ανοικτού πελάγους.
Πρέπει να ήταν την άνοιξη του 2002 η τελευταία φορά που βρέθηκα με έναν καλό φίλο στα ίδια μέρη. Έχοντας ξεκινήσει νωρίς το μεσημέρι από την Κερασιά, στα 800 περίπου μέτρα, πεζοπορήσαμε ανατολικά, μέσα στο δάσος, μέχρι να καταλήξουμε στην Καλύβα του Αγίου Νείλου, στην κορυφή ενός θεόρατου βράχου που υψώνεται κάθετα από την θάλασσα. Από εκεί στρέψαμε πίσω προς την δύση, για τα Καυσοκαλύβια, ακολουθώντας το δύσκολο μονοπάτι που ανεβοκατεβαίνει, άλλοτε κοντά και άλλοτε σε απόσταση από την ακτή, ψηλά, επάνω από απόκρημνα βράχια.
Λίγο μετά τον Άγιο Νείλο, στο τέλος μιας μεγάλης κατηφόρας, η πορεία ενός χονδρού τηλεφωνικού καλωδίου στα αριστερά μας μας αποκάλυψε την αρχή ενός στενού και απότομου μονοπατιού, που κατηφόριζε στο βάθος της χαράδρας, σχεδόν κρυμμένο πίσω από μικρούς βράχους. Στο μυαλό μου γύρισε αμέσως η διήγηση του Κόντογλου. Κατεβήκαμε σχεδόν τρέχοντας. Και ήταν αυτό ακριβώς που περιμέναμε. Ο παλιός αρσανάς του πατέρα Νείλου και της συνοδείας του. Οι δύο μεγάλοι απότομοι κάβοι, ο βαθύς και στενός σαν ποτάμι κόλπος, η σκιερή ακτή, η θεμελιωμένη στον βράχο πέτρινη καλύβα, τα απομεινάρια της μικρής εκκλησίας, η παλιά σκάλα που έδεναν τα καΐκια.
Βρίσκονταν όλα στην θέση τους. Όχι όμως όπως τα είχαν αφήσει οι τελευταίοι ένοικοι. Γιατί οι καινούριοι ιδιοκτήτες, παρόλου που δεν μένουν ποτέ εκεί, φρόντισαν να κάνουν κάποιες αποφασιστικές και αναγκαίες παρεμβάσεις με προφανή σκοπό να προετοιμάσουν την καλύβα για τις αυξημένες ανάγκες του 21ου Ελληνικού αιώνα.
Πρώτα από όλα ενίσχυσαν με μπόλικο κονίαμα το επάνω όριο των τοίχων και στην θέση της πέτρινης σκεπής τοποθέτησαν μια θαυμάσια επίπεδη τσιμεντένια πλάκα. Η απλή αυτή κατασκευή διαθέτει αντοχή αλλά και αισθητική αρτιότητα. Επιπλέον η εμπρόσθια προέκτασή της λειτουργεί και ως αποτελεσματικό σκίαστρο για την ευρύχωρη και πολυλειτουργική βεράντα. Ποιά βεράντα;




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου